Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

driving sail


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο driving παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: sail
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: driving, drive

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
driving n (operating a road vehicle)οδήγηση ουσ θηλ
 Driving is a very useful skill to learn.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η οδήγηση τη νύχτα μπορεί να γίνει επικίνδυνη.
driving adj (operating a vehicle) (σε γενική)οδήγησης ουσ ως επίθ
  (π.χ. συμπεριφορά)οδηγικός επίθ
 She went to driving school because no one in her family would teach her how to drive.
 Πήγε σε σχολή οδήγησης γιατί κανείς από την οικογένειά της δεν της μάθαινε να οδηγεί.
driving adj figurative (that motivates, propels) (μεταφορικά)κινητήριος επίθ
  που ωθεί, που παρακινεί περίφρ
 When he became a doctor, his driving motivation was his wish to help his community.
 Όταν έγινε γιατρός η κινητήριος δύναμή του ήταν η επιθυμία του να βοηθήσει την κοινότητα στην οποία ανήκε.
driving adj (rain, wind: forceful)δυνατός, oρμητικός επίθ
 The driving rain soaked Dan in just a few minutes.
 Η δυνατή βροχή μούσκεψε τον Νταν μέσα σε μερικά λεπτά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
drive vi (operate a vehicle)οδηγώ ρ αμ
 I can't drive yet. I'm only 15.
 We've been driving for hours; aren't we there yet?
 You're driving too fast!
 Δεν μπορώ να οδηγήσω ακόμα. Είμαι μόνο 15 χρονών. // Οδηγούμε ώρες, ακόμα να φτάσουμε; // Οδηγείς πολύ γρήγορα!
drive [sth] vtr (operate: a vehicle)οδηγώ ρ μ
 Would you like to drive my new car?
 Θέλεις να οδηγήσεις το καινούριο μου αυτοκίνητο;
drive [sb] vtr (passenger: transport)πηγαίνω ρ μ
  πηγαίνω με το αυτοκίνητο έκφρ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)πετάω ρ μ
 I'll be late to the show unless you can drive me.
 Θα αργήσω στην παράσταση εκτός αν με πας με το αυτοκίνητο.
drive [sth] vtr (cause movement)κινώ ρ μ
 Wind drives the fan and creates electricity.
 Ο αέρας κινεί την ανεμογεννήτρια, και έτσι παράγεται ηλεκτρισμός.
drive [sb] to [sth] vtr (passenger: transport) (καθομιλουμένη)πηγαίνω κπ σε κτ ρ μ + πρόθ
  μεταφέρω κπ σε κτ ρ μ + πρόθ
 Could you drive me to the station?
 Θα μπορούσες να με πας στο σταθμό;
drive [sb] to [sth] vtr + prep figurative (compel, cause) (σε κάτι)οδηγώ ρ μ
  ωθώ ρ μ
 The addiction drove him to a life of crime and misery.
 Η εξάρτηση τον οδήγησε σε μια ζωή εγκλήματος και μιζέριας.
drive [sb] to do [sth] vtr + prep figurative (compel, cause)δίνω κίνητρο σε κπ να κάνει κτ περίφρ
  ωθώ κπ να κάνει κτ, κινητοποιώ κπ να κάνει κτ περίφρ
  (μεταφορικά, ανεπίσημο)σπρώχνω κπ να κάνει κτ περίφρ
 The desire to make her parents proud is what drives her to succeed.
 Η επιθυμία να κάνει τους γονείς της περήφανους είναι αυτό που της δίνει κίνητρο για να πετύχει.
drive [sth] vtr figurative (push, power)δίνω ώθηση σε κτ περίφρ
 Spending drives the economy.
 Οι δαπάνες δίνουν ώθηση στην οικονομία.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
drive adj (part of machine) (σε γενική: σύστημα)κίνησης ουσ ως επίθ
 There's a problem in the drive train.
drive n (journey by car) (πράξη)οδήγηση ουσ θηλ
  (πορεία)διαδρομή ουσ θηλ
  ταξίδι ουσ ουδ
 The drive was really tiring.
 Η οδήγηση ήταν πολύ κουραστική.
 Η διαδρομή ήταν πολύ κουραστική.
 Το ταξίδι ήταν πολύ κουραστικό.
drive n (pleasure trip)βόλτα με το αυτοκίνητο περίφρ
  (καθομιλουμένη)αυτοκινητάδα, αμαξάδα ουσ θηλ
 Let's go for a drive in the country.
drive n (push)θέληση, επιμονή ουσ θηλ
  δυναμισμός ουσ ουδ
 His drive to succeed led him into business.
 Η θέληση του να επιτύχει τον οδήγησε στο χώρο των επιχειρήσεων.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Έχει τον απαιτούμενο δυναμισμό, για να επιτύχει στον καλλιτεχνικό χώρο;
drive n ([sth] driven: animals, cargo)φορτίο ουσ ουδ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 The whole drive of cattle fell ill and nearly died en route.
drive n (psychology: urge) (πολύ έντονη επιθυμία)ορμή ουσ θηλ
  παρόρμηση ουσ θηλ
 He has difficulty controlling his drives.
drive n (forward course)κούρσα ουσ θηλ
 They somehow found the energy for a final drive for the finish line.
drive n (military thrust)επίθεση ουσ θηλ
 The army's drive into enemy territory was a great success.
drive n (charity)εκστρατεία ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)κίνηση ουσ θηλ
 The spring fund-raising drive was very successful.
drive n (energy)ενέργεια, ενεργητικότητα ουσ θηλ
  (μεταφορικά)διάθεση, όρεξη ουσ θηλ
 She's got a lot of drive and that motivates everyone.
drive n (machinery)σύστημα μετάδοσης κίνησης περίφρ
 The belt drive is poorly designed.
drive n (automobiles) (κιβώτιο ταχυτήτων)drive ουσ ουδ άκλ
 Move the car from neutral to drive and release the brakes.
drive n (sports: hitting)βολή ουσ θηλ
 Her drive sent the ball right past her opponent.
drive n (computing)οδηγός ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)ντράιβ, drive ουσ ουδ ακλ
 Insert the CD into the drive.
Drive n (road name) (σε διεύθυνση)οδός ουσ ουδ
 Jane's address is 65 Poplar Drive.
drive,
driveway
n
(driveway: path from house to road) (κατά λέξη)ιδιωτικός δρόμος επίθ + ουσ αρσ
  δρόμος ουσ αρσ
  (πιο γενικά)είσοδος του κήπου φρ ως ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία καθώς δεν απαντάται το στοιχείο αυτό στα ελληνικά σπίτια.
 An expensive-looking sports car turned into the drive.
 Sarah parked her car in the driveway.
 Ένα ακριβό αυτοκίνητο έστριψε στον ιδιωτικό δρόμο.
 Η Σάρα πάρκαρε το αυτοκίνητό της στην είσοδο του κήπου.
drive [sb] to do [sth] v expr figurative (motivate)δίνω κίνητρο σε κπ να κάνει κτ περίφρ
  ωθώ κπ να κάνει κτ περίφρ
  (μεταφορικά, ανεπίσημο)σπρώχνω κπ να κάνει κτ περίφρ
 What drives her to succeed is a desire to make her parents proud.
drive vi (be impelled)παρασύρομαι ρ αμ
 The yacht drove before the strong wind.
drive vi (go forward vigorously) (με ορμή, ταχύτητα)προχωράω ρ αμ
 The storm drove onwards, gathering strength.
drive vi (travel by vehicle)πάω με αυτοκίνητο, παίρνω το αυτοκίνητο περίφρ
 Shall we drive or take the train?
drive vi (sports: hit or kick)χτυπάω ρ αμ
 In golf, I find driving easier than putting.
drive [sth] vtr (sport: hit, kick)στέλνω ρ μ
 Kane drove a low shot past the goalkeeper.
drive [sth] vtr (baseball: advance)προωθώ ρ μ
 He drove the runner home with a hit.
drive [sth] vtr (logs: float down river)οδηγώ ρ μ
 They drove the logs down the river.
drive [sb] vtr figurative (motivate)δίνω κίνητρο περίφρ
 Ian's desire to be the best is what drives him.
drive [sb] to [sth] vtr figurative (provoke) (μεταφορικά)οδηγώ ρ μ
  φτάνω ρ μ
 Her children always drive her to the point of madness.
 Τα παιδιά της την οδηγούν (or: φτάνουν) στην τρέλα.
drive [sth] to [sth] vtr figurative (push)οδηγώ κτ σε κτ, κατευθύνω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
  (καθομιλουμένη)πηγαίνω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
 She drove the conversation to a certain topic.
drive [sth] into [sth/sb] vtr + prep (nail, blade: hammer) (καρφί, μαχαίρι)καρφώνω ρ μ
  (καθομιλουμένη)μπήγω ρ μ
 He drove the nail into the wall.
drive [sth] into [sth] vtr + prep (sport: hit, kick)στέλνω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
 She drove the ball into the net.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
drive | driving
ΑγγλικάΕλληνικά
drive away vi phrasal (depart in a vehicle)φεύγω, απομακρύνομαι ρ αμ
  (έμφαση στην οδήγηση)βάζω μπρος και φεύγω περίφρ
  (κατά λέξη)φεύγω με το αυτοκίνητο, απομακρύνομαι με το αυτοκίνητο περίφρ
 She wiped a tear from her eye as he drove away.
 Σκούπισε ένα δάκρυ από τα μάτια της καθώς εκείνος έβαλε μπρος και έφυγε.
drive by vi phrasal (go past in a vehicle)περνάω ρ μ
  (κατά λέξη)περνάω μέσα σε όχημα
 Ray drove by in his truck.
drive [sth] down vtr phrasal sep figurative (force to decrease)μειώνω, ελαττώνω ρ μ
 The current economic crisis will drive down house prices.
 Η τρέχουσα οικονομική κρίση θα ελαττώσει τις τιμές των κατοικιών.
drive [sth] forward vtr phrasal sep figurative (propel)προωθώ ρ μ
 The new legislation was driven forward by fears of mass immigration.
 Ο νέος νόμος προωθήθηκε για να αποτραπεί το φαινόμενο των μαζικών μεταναστεύσεων.
drive forward vi phrasal (steer ahead)οδηγώ προς τα εμπρός έκφρ
 Instead of reversing, he drove forward into a tree.
drive [sth] forward vtr phrasal sep (vehicle: steer ahead)πηγαίνω κτ ίσια, πηγαίνω κτ μπροστά ρ μ + επίρ
drive in vi phrasal (go by car)φτάνω με αυτοκίνητο έκφρ
 If we take the train we don't have to drive in and face all that traffic.
drive into [sth] vtr phrasal insep (enter: in a vehicle) (με όχημα)μπαίνω σε κτ ρ μ
 You will receive a ticket when you drive into the parking garage.
drive into [sth] vtr phrasal insep (crash: a vehicle)προσκρούω ρ αμ
  (καθομιλουμένη)πέφτω πάνω σε κτ περίφρ
  τρακάρω ρ μ
  (αργκό)στουκάρω σε κτ ρ αμ
 The drunk driver drove into a wall.
 Ο μεθυσμένος οδηγός προσέκρουσε σε τοίχο.
 Ο πιωμένος οδηγός στούκαρε σε τοίχο.
drive [sb] mad vtr phrasal sep (make insane)τρελαίνω ρ μ
 Working 8 am to 7 pm without a break every day is starting to drive me mad.
drive [sb] mad vtr phrasal sep (annoy)ενοχλώ ρ μ
  (μεταφορικά)τρελαίνω ρ μ
 The way my teen leaves his clothes all over the floor drives me mad!
drive [sb] mad vtr phrasal sep (arouse sexually)ερεθίζω ρ μ
  (μεταφορικά)τρελαίνω ρ μ
 Harry's deep, velvety voice drives his girlfriend mad.
drive off vi phrasal (vehicle: pull out, move off)φεύγω, απομακρύνομαι ρ αμ
  (έμφαση στην οδήγηση)βάζω μπρος και φεύγω περίφρ
  (κατά λέξη)φεύγω με το αυτοκίνητο, απομακρύνομαι με το αυτοκίνητο περίφρ
 I sadly watched him drive off, knowing I wouldn't see him again.
 Τον παρακολουθούσα θλιμμένη να βάζει μπρος και να φεύγει, ξέροντας ότι δεν θα τον ξαναέβλεπα ποτέ.
drive [sth/sb] out vtr phrasal sep (force to leave)διώχνω ρ μ
  (επίσημο)εκδιώκω ρ μ
  (εγώ ο ίδιος)εκδιώκομαι ρ αμ
 The natives were driven out of their villages by the foreign invaders.
 Οι ξένοι εισβολείς έδιωξαν τους ντόπιους από τα χωριά τους.
 Οι ντόπιοι εκδιώχθηκαν από τα χωριά τους από τους ξένους εισβολείς.
drive up vi phrasal (arrive in a vehicle)έρχομαι οδηγώντας περίφρ
  οδηγώ ρ αμ
 I was surprised to see him drive up in a flashy sportscar.
 Ξαφνιάστηκα που τον είδα να έρχεται οδηγώντας ένα φανταχτερό σπορ αυτοκίνητο.
drive [sth] up vtr phrasal sep figurative (price: cause to rise)ανεβάζω, αυξάνω ρ μ
  (μεγάλη αύξηση)ανεβάζω κτ στα ύψη έκφρ
 Demand for housing is driving house prices up.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
driving | drive
ΑγγλικάΕλληνικά
be in the driver's seat,
take the driver's seat,
have the driver's seat,
be in the driving seat
v expr
figurative (have control) (μεταφορικά)παίρνω τα ηνία, κρατάω το τιμόνι έκφρ
 If he thinks he can lead the team better, let him have the driver's seat.
clean driving licence n UK (driver's permit: no penalty points)άδεια οδήγησης για την οποία δεν έχουν καταγραφεί παραβάσεις
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 A clean driving licence lowers insurance costs.
driver's license (US),
driving licence (UK),
driver's licence (Can)
n
(permit to drive)άδεια οδήγησης φρ ως ουσ θηλ
  δίπλωμα οδήγησης φρ ως ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)δίπλωμα ουσ ουδ
 I've had my driver's license for 15 years.
 Έχω άδεια οδήγησης εδώ και 15 χρόνια.
driver's test (US),
driving test (UK)
n
(exam for learner drivers)εξετάσεις για δίπλωμα περίφρ
  εξετάσεις για δίπλωμα οδήγησης περίφρ
 Gina failed her driver's test several times before finally passing.
driving directions npl (how to get somewhere by road) (για κατεύθυνση)οδηγίες ουσ θηλ πλ
driving force n (impetus)κινητήρια δύναμη ουσ θηλ
 The actress was the driving force behind the renovation of the theatre.
driving examiner,
also US: driving inspector
n
(person who tests drivers for license)εξεταστής σε εξετάσεις οδήγησης περίφρ
  (αν εννοείται από τα συμφραζόμενα)εξεταστής, εξετάστρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
driving instructor n ([sb] who teaches people to drive)δάσκαλος οδήγησης, δασκάλα οδήγησης φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
driving range n (golf practice area)χώρος εξάσκησης περίφρ
 Tony was out on the driving range practising his golf swing.
driving school n (vehicle operation lessons)σχολή οδηγών φρ ως ουσ θηλ
driving under the influence n (operating a vehicle while drunk)οδήγηση υπό την επήρεια του αλκοόλ φρ ως ουσ θηλ
driving wheel n (main wheel in machine)κινητήριος τροχός επίθ + ουσ αρσ
  τροχός μετάδοσης κίνησης, τροχός κίνησης φρ ως ουσ αρσ
driving wheel n (railroad: driver)κινητήριος τροχός επίθ + ουσ αρσ
driving wind n (powerful wind)ισχυρός άνεμος επίθ + ουσ αρσ
drunk driving (US),
drink driving (UK)
n
colloquial (driving while intoxicated)οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ φρ ως ουσ θηλ
 Rich was arrested for drunk driving.
 Συνέλαβαν τον Ρικ για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ.
DUI n US, uncountable, written, initialism (driving under the influence)οδήγηση υπό την επήρεια περίφρ
 In this state, driving under the influence is punishable by up to a year in jail.
DWI n uncountable, written, initialism (driving while intoxicated)οδήγηση σε κατάσταση μέθης περίφρ
hard-driving adj (aggressive, pushy)πιεστικός, επίμονος επίθ
  επιθετικός επίθ
keep driving vi (drive straight ahead) (οδήγηση)συνεχίζω ευθεία έκφρ
 When you see a hitchhiker, do you stop to pick him up or just keep driving?
rearview mirror,
rear-view mirror,
driving mirror
n
(vehicle: mirror showing view behind) (αυτοκινήτου)καθρέφτης ουσ αρσ
Σχόλιο: επίσης καθρέπτης
 Good drivers regularly check their rearview mirrors to see what's happening behind them.
reckless driving n US (law: traffic violation)επικίνδυνη οδήγηση επίθ + ουσ θηλ
self-driving,
driverless
adj
(vehicle: fully automated)χωρίς οδηγό περίφρ
  αυτοοδηγούμενος επίθ
self-driving car,
driverless car
n
(autonomous vehicle)αυτοκίνητο χωρίς οδηγό φρ ως ουσ ουδ
  αυτοοδηγούμενο όχημα φρ ως ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση driving sail στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «driving sail».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!